Δρακονταειδής Δ. Φίλιππος: "Φως και χρώμα"

1.
Έριχνε χιόνι, έριχνε χιόνι. Όλοι έλεγαν πως κανείς δεν θυμόταν να είχε ρίξει άλλοτε ο Θεός τόσο χιόνι στο Βουκουρέστι. Και η ντόμνα Άουρα έκανε το σταυρό της και μου έλεγε πως για τις αμαρτίες μας, για τις αμαρτίες των Ρουμάνων, που είχαν υποταχθεί δύο γενιές τουλάχιστον, δίχως να λογαριάσουμε τους παππούδες και προπαππούδες, στο δαίμονα της μοναρχίας και του κομμουνισμού και τώρα υποτάσσονταν στο δαίμονα της δημοκρατίας και του καπιταλισμού. Τότε τουλάχιστον οι άνθρωποι έδιναν τη ζωή τους για το κόμμα, σήμερα δίνουν τον κώλο τους για το χρήμα. Και τι αξία έχει η ζωή, όταν δεν έχεις στην κυριότητά σου τον κώλο σου. Μόλις πιάνει να σουρουπώνει, δεν τολμάς να βγεις στην Κάλε Βικτόρια, εκεί από το Χοτέλ Μπουκουρέστι προς το Χίλτον, να περάσεις την πλατεία του Ατενέουμ και να φτάσεις ως το Τσίρκουλ Μιλιτάρ, διακόσια, τριακόσια το πολύ μέτρα, δεν τολμάς να περάσεις και σε πλευρίζουν νταβατζήδες, περαστικές, νεαροί






