Γράφοντας Μεσογειακό Νουάρ σε ρευστούς καιρούς
του Πάνου Ιωαννίδη 
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης συνήθιζε να λέει ότι όποιος δηλώνει πως ξέρει από κινηματογράφο και μόνο από κινηματογράφο, δεν ξέρει ούτε καν κινηματογράφο. Δήλωνε κάτι τέτοιο με το μοναδικά αυθεντικό sui generis στυλ του, θέλοντας να πει, πως η πρόσληψη μιας τέχνης, τόσο ιδιαίτερης και πολύπλευρης όσο ο κινηματογράφος, απαιτεί και άλλες γνώσεις, γενικότερες και ευρύτερες, και κυρίως ένα βαθύ αισθητικό κριτήριο που μπορεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να συνδεθεί με την κοινωνική πραγματικότητα.
Mutatis mutandis, το ίδιο μπορεί να διατυπωθεί και για την αστυνομική ή νουάρ λογοτεχνία. Κάποιος ή κάποια, που λέει πως ξέρει από αστυνομική λογοτεχνία (και μόνο), δεν ξέρει γρυ από αυτό το υβριδικό λογοτεχνικό είδος. Και το γράφω αυτό υπό την έννοια, πως η αστυνομική λογοτεχνία, τουλάχιστον στη μεσογειακή της εκδοχή, διεισδύει μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα, όπως το νερό διαβρώνει την πέτρα. Θεωρώντας ως ορόσημο της εμφάνισης της την πετρελαϊκή κρίση του 1973, και τα όσα ακολούθησαν, η μεσογειακή αστυνομική λογοτεχνία μπαίνει φουριόζα στα λογοτεχνικά res publica, προσπαθώντας να καλύψει το αναγνωστικό κενό που αφήνει το κοινωνικό μοντέρνο μυθιστόρημα. Κενό που δημιουργείται ως απόρροια της παύσης των μεγάλων αφηγήσεων και της μετά αποικιοκρατικής επέκτασης του μεταμοντερνισμού.







