Γιάννης Πανούσης: Οφθαλμόν αντί οφθαλμού;

Έλα να παίξουμε τους ανθρώπους
Φόρα τη μάσκα σου.
Μ. Σκουρολιάκου, ΜικροΓραφές
Χτυπούσε επίμονα το κουδούνι του θηροτηλέφωνου.
Δεν ήθελε ν’ ανοίξει, όχι τόσο για ν’αποφύγει τον έτσι κι αλλιώς άγνωστο επισκέπτη, αλλά γιατί προτιμούσε να μη διακόψει τη σκέψη του, καθώς ολοκλήρωνε ένα γράμμα με αποδέκτη το γιo του, Ζακ, από τον οποίο είχε απομακρυνθεί από καιρό.
Η ευθύνη ανήκε και στους δύο. Ο Ζακ ήταν αδιάφορος μέχρι επιθετικός κάθε φορά που προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του, ενώ ο ίδιος φερόταν τόσο τυπικά που μάλλον τον απωθούσε.
Σε μία κρίση έντονου συναισθηματισμού, λόγω και της διάγνωσης του γιατρού ότι είχε μόνον τρεις μήνες ζωής, καθώς είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του μιa επιθετική μορφή εκφυλιστικής ασθένειας των νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου του, η οποία θα τον οδηγούσε στην «τρέλα», αποφάσισε να του γράψει ένα γράμμα για να του εξηγήσει ότι η κατηγορία που του είχε προσάψει ο Ζακ για την ευθύνη στην αυτοκτονία της μητέρας του και πρώην συζύγου του, πράγματι κάτω από μυστήριες συνθήκες, όπως είπαν οι αστυνομικές αρχές, δεν ήταν δίκαιη. Βέβαια για να μην τον πληγώσει δεν του είχε πει ποτέ ότι η μητέρα του ήταν ψυχοπαθής κι αλκοολική κι ότι τον τελευταίο καιρό πριν αυτοκτονήσει με υπερβολική δόση θανατηφόρων χαπιών, κυκλοφορούσε σε ύποπτα στέκια.
Κάποιες φήμες κοινών γνωστών που διακινούνταν στον κύκλο του ισχυρίζονταν ότι και ο γιος του, Ζακ, είχε μπλεξίματα με τον υπόκοσμο, ότι ήταν υπερβολικά βίαιος και ύποπτος για εγκληματικές πράξεις, όμως ο ίδιος δεν έδινε πολλή σημασία, αφού ούτε ο ίδιος ήταν απόλυτα αθώος. Είχε συμμετάσχει σε ουκ ολίγους παιδοβιασμούς, καθώς η κληρονομική του πάθηση τον έκανε να χάνει τις όποιες ηθικές του αναστολές.
Το γράμμα του ήταν συγκρατημένα απολογητικό και σκόπευε να το τελειώσει με μία συγκινητική φράση.
Δεν κατάφερε όμως να ολοκληρώσει το κείμενο γιατί το νέο κουδούνισμα του έκοψε πάλι τον ειρμό της σκέψης.
Σηκώθηκε από την καρέκλα ενοχλημένος και πήγε στο θυροτηλέφωνο.
- Ποιος είναι;
- Εγώ, ο Ζακ, άκουσε τη φωνή του γιού του.
Ξαφνιάστηκε από τη σύμπτωση, πάτησε το κουμπί για ν’ ανοίξει η εξώπορτα της πολυκατοικίας, έτρεξε γρήγορα στο γραφείο και συμπλήρωσε το γράμμα με τη φράση «κι επειδή σ’ αγαπώ, θέλω να τα πούμε από κοντά», φόρεσε τη ρόμπα που του είχε αγοράσει η πρώην σύζυγός του όταν γεννήθηκε ο Ζακ και με το γράμμα στο χέρι έτρεξε ν’ ανοίξει την πόρτα του σπιτιού, μ’ ένα χαμόγελο προσμονής.
Δεν πρόλαβε να πει λέξη.
- Πρέπει να πεθάνεις γιατί είσαι ο δολοφόνος της μάνας μου, είπε ο Ζακ και τον πυροβόλησε στο στήθος.
Έπεσε στο κατώφλι της πόρτας, προσπάθησε μάταια να ακουμπήσει το γράμμα στην αιμάσσουσα καρδιά του, όμως το γράμμα έφυγε από το χέρι του, γλίστρησε στη χαραμάδα της πόρτας του ασανσέρ και χάθηκε μέσα στο φρεάτιο, ενώ το αίμα από την πληγή είχε καλύψει την τελευταία φράση.
Το μόνο που είδε πριν ξεψυχήσει ήταν τα άγρια μάτια του Ζακ, σχεδόν «το βλέμμα του τρελού», ακριβώς το ίδιο μ’ αυτό της μητέρας του και πρώην συζύγου του, όταν τη συνάντησε στο βρώμικο πορνείο, όπου δούλευε και σε μία μη-ελεγχόμενη [ίσως κι απρόκλητη] έκρηξη βίας, την υποχρέωσε να πάρει μεγάλο αριθμό θανατηφόρων χαπιών.
Τα τελευταία λόγια της ήταν «είσαι τρελός» κι αυτός έμεινε πλάι της μέχρι να ξεψυχήσει, κλαίγοντας και χτυπώντας το στήθος του με τις γροθιές του ώσπου να ματώσει.
Ποτέ δεν πίστεψε στην κληρονομικότητα του Κακού, αλλά τώρα δεν είχε πλέον χρόνο για να διαπιστώσει «ποιος είναι ο πραγματικός υπαίτιος» αυτής της αλυσίδας των βίαιων θανάτων.
Ετικέτες: Γιάννης Πανούσης