Τα «κυβικά» της αστυνομικής λογοτεχνίας
του Γιάννη Πανούση ![]()
Το παραμύθι πως ν’ αμφισβητήσουμε
αφού η Κοκκινοσκουφίτσα έφταιγε.
Κλεονίκη Δρούγκα, Η Κοκκινοσκουφίτσα έφταιγε
Η λογική του ΚΥΒΟΥ και των χρωματικών αποχρώσεων των εδρών του [1] μπορεί προφανώς να λειτουργήσει και στη θεωρία της Αστυνομικής Λογοτεχνίας.
Από την αυτοβιογραφική ψυχομυθιστορία [2] μέχρι την τρομο-φοβική ατμόσφαιρα με τις δίσημες ή πολύσιμες ιστορίες [3] ή την ανολοκλήρωτη κάθαρση με «το ανοιχτό τέλος» [4] ή τον «εξηρμένο ρεαλισμό των υπερθεληματικών ηρώων» [5], από τα ανοίκεια παράξενα [του θαυμαστού ή του φαντασιακού] [6] και τις εξωλογοτεχνικές λανθάνουσες αλληγορίες [7] ή τις στρατηγικές ακατανοησίες/προκλήσεις απροσδιοριστίας [8] μέχρι τον «ένοχο ενοχής» [9], η πολυφωνικότητα, η πολυγλωσσία και η πολυπροσωπία [10] συνδυάζονται στη Λογοτεχνία με το ημίφως των αποσιωπήσεων και των αποκρύψεων [11].
Αν εξειδικεύσουμε την προσέγγιση αυτή στην αστυνομική λογοτεχνία, στην οποία στα περισσότερα μυθιστορήματα συναντάμε όλα τα παραπάνω στοιχεία, μπορούμε να βάψουμε διαφορετικά τις έξη πλευρές του κύβου: τη μαύρη [του οργανωμένου εγκλήματος, της Μαφίας και της διαφθοράς], τη γκρίζα [των περιθωριακών ή ψυχικά αποκλινόντων], τη ροζ [του έρωτα και των παθών], την κίτρινη [του ρόλου των ΜΜΕ ή και κάποιων θεσμών], την κόκκινη [του ρέοντος άφθονου αίματος της εκδίκησης] και την πράσινη [των περιβαλλοντικών εγκλημάτων].
Δεν ξέρω αν οι παραπάνω πλευρές [και πτυχές] της αστυνομικής μυθοπλασίας ικανοποιούν απλώς τη συμβολική βία, αποτυπώνουν την πραγματική εγκληματικότητα ή δαιμονοποιούν το έγκλημα, ούτε γνωρίζω αν οι συγγραφείς εμπνέονται μόνον από το παρελθόν, αποφεύγοντας να προβλέψουν το μέλλον [12].
Είμαι όμως πεπεισμένος ότι στο εσωτερικό του ΚΥΒΟΥ κρύβεται η αγωνία της προέλευσης του Κακού [13].
Ενώ δηλαδή έχει ο αναγνώστης την αίσθηση ότι η πλοκή περιστρέφεται πέριξ των συμ-πτωμάτων της «σάπιας κοινωνίας» [14], της μη-απονομής της δικαιοσύνης [15] ή της γοητείας των εγκληματιών-«τεράτων» [16], οι οποίοι υπερβαίνουν καθετί το ανθρώπινο, στο βάθος του γρίφου [17] ελλοχεύει, όχι η αναμενόμενη κοινωνική βία [18] ή τα προσωπικά τραύματα των [αντι]ηρώων [19], αλλά η αναζήτηση της πηγής των εγκλημάτων. Πέραν, δηλαδή, από τις αιτίες, τους παράγοντες και τα κίνητρα μας ταλανίζουν «οι πηγές του Κακού», τις οποίες αδυνατούμε να εντοπίσουμε και να ερμηνεύσουμε με βάση την κοινή λογική.

Όπως και στα παραμύθια, όπου «δεν ζούνε όλοι οι ήρωες καλά κι όλοι οι αναγνώστες καλύτερα» [20], το κρίσιμο στοιχείο και στο μύθο δεν είναι τόσο το προφίλ και η υπογραφή του δράστη, όσο οι υποκρυπτόμενοι υπαρξιακοί συμβολισμοί [21].
Όταν π.χ εμφανίζεται μία διαρκής ενοχή για ανεξήγητα λάθη [22], τότε γεννιέται η αμφιβολία για το κατά πόσον πίσω από την πράξη υπάρχει ένα «φάντασμα» [23], που δεν βλέπουμε, είτε επειδή η ψυχή μας είναι ταραγμένη, είτε επειδή οι σχέσεις μας είναι διαταραγμένες, είτε επειδή η επαφή μας με το Επέκεινα έχει διακοπεί, με συνέπεια να κυριαρχούν οι μη-ελεγχόμενες δυνάμεις του Κακού.
Ορισμένοι εγκληματίες δηλώνουν ότι αιφνιδίως κατελήφθησαν από δαίμονες, ότι ΔΙΑ-ΚΥΒΕΥΟΤΑΝ η ψυχική τους ισορροπία, κάτι σαν εγκληματικό ΚΥΒΙΣΤΗΜΑ χωρίς δίχτυ ασφαλείας
Μολονότι στην Εγκληματολογία [24] λέμε ότι το έγκλημα είναι ένα κλάσμα, όπου στον αριθμητή βρίσκονται όλοι οι απωθητικοί παράγοντες και στον παρονομαστή όλοι οι ωθητικοί, νομίζω ότι η αναζήτηση της ΚΥΒΙΚΗΣ ΡΙΖΑΣ μιάς ερμηνείας κοινής αποδοχής δεν φαίνεται να είναι εφικτή, τουλάχιστον από τους εγκληματολόγους.
Οπότε σωστά οι αστυνομικοί συγγραφείς παίζουν με όρους ΚΥΒΟΛΕΞΟΥ, δηλαδή ζωγραφίζοντας με σχήματα και λέξεις τον ΚΥΒΟ, χωρίς βέβαια να μπορούν ν’ απο-δείξουν αν στο εσωτερικό του υπερνικούν οι δυνάμεις του Καλού ή του Κακού [25]. Αν το Κακό είναι απλώς η απουσία του Καλού, τότε η αστυνομική λογοτεχνία είναι η τέχνη της αμφισβήτησης των ορίων.
Από τη στιγμή που έχουμε απο-δεχτεί ότι ο αστυνομικός συγγραφέας δεν ηθικολογεί [26], ούτε διδάσκει [27], νομίζω ότι οφείλει να αποφεύγει την υπερ-βολική χρήση ακόμα και της γλώσσας της βίας [28], ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ο ΚΥΒΟΣ [alea jacta est] της αστυνομικής μυθοπλασίας ρίχνεται οριστικά στην ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ [το έγκλημα για το έγκλημα] [29].
Υποσημειώσεις - Παραπομπές*
[1] πρβλ. Βαγγ. Χατζηβασιλείου, Τα χρώματα του κύβου-σταθμοί της ελληνικής πεζογραφίας 1866-2023, Πατάκης 2025,15-17.
[2] οπ.π., 97, 116.
[3] οπ.π., 116.
[4] οπ.π., 142.
[5] οπ.π., 125-127
[6] οπ.π., 134-136.
[7] οπ.π., 190.
[8] οπ.π., 222, 369.
[9] οπ.π., 251-253 [Μάριος Χάκκας, Κοινόβιο].
[10] οπ.π., 233.
[11] οπ.π., 413.
[12] πρβλ. Lilia Hassaine, Πανόραμα, μτφ. Μ. Μαντά, Πόλις 2025 - Ελ. Στελλάτου, Καιρός των κρυστάλλων, Πόλις 2025.
[13] Γ. Πανούσης, Το Κακό και ο κακός στην εγκληματοαστυνομική μυθοπλασία, Εγκληματολογία 2025, Νομική Βιβλιοθήκη 2025, 16 - Στ. Ζουμπουλάκης, Ποιός ευθύνεται για το Κακό [Βασίλι Γκρόσμαν], Καθημερινή 8/3/26.
[14] Έλενα Χουσνή, Ούντο, Κύφαντα 2025.
[15] βλ. συνέντευξη Μίνωα Ευσταθιάδη, σε Κ. Στοφόρο, Δρόμος της Αριστεράς 24/1/26.
[16] πρβλ. συνέντευξη Χαριτίνη Ξύδη, σε Χαριτίνη Μαλισσόβα, diastixo.gr 31/1/26 - πρβλ. Μ. Ευσταθιάδης, οπ.π., 115 «Η γεύση του αίματος είναι γλυκιά».
[17] Riley Sager, Η μόνη που απέμεινε, μτφ. Κέλλη Κριτικού, Μεταίχμιο 2025.
[18] Πάνος Ιωαννίδης, Είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα, το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα;, oanagnostis.gr 8/3/26 - πρβλ. Γρ. Αζαριάδης, Το σκανδιναβικό νουάρ είναι το κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής;, Νέα-βιβλιοδρόμιο 7-8/3/26.
[19] πρβλ. Φ. Φιλίππου, Η απιστία, η τιμωρία και η συγχώρεση, Δρόμος της Αριστεράς 21/3/26 - Για την απενοχοποίηση του Τίποτα, βλ. Φωτεινή Τσαλίκογλου, Ο Ιωσήφ ήρθε μετά, Καστανιώτης 2025.
[20] Έλενα Μπολονάση, Μία φορά κι ένας φόνος, Μίνωας 2026, 11, 17, 95, 96, 215, 296.
[21] οπ.π., 214, 219, 328.
[22] Μ. Ευσταθιάδης, οπ.π., 16, 117.
[23] πρβλ. Γρ. Μπέκος, Η αμφιβολία ως δικαίωμα και υποχρέωσή μας, συνέντευξη, Βήμα Κυριακής 22/2/26.
[24] βλ. Χρ. Ζαραφωνίτου, Σχέσεις Εγκληματολογίας και αστυνομικής λογοτεχνίας, Εγκληματολογία 2025, οπ.π., 29.
[25] πρβλ. Η τέχνη της μυθοπλασίας και της δημιουργικής γραφής, συλλογικό, Επίκεντρο 2010 - Από την αρχή της αστυνομικής λογοτεχνίας το κοινωνικό Κακό πάντοτε σοβούσε στα μυθιστορήματα, βλ. Βαγγ. Χατζηβασιλείου, οπ.π., 101, 198, 209, 212, 239, 389.
[26] Γ. Πανούσης, οπ.π., 21.
[27] πρβλ. Χάρβεϊ Πρατ, Ο καλλιτέχνης της Εγκληματολογίας, Βήμα Κυριακής 25/1/26.
[28] βλ. συνέντευξη Εντουάρ Λουί, σε Γ. Χ. Παπαδόπουλο: «Η γλώσσα για τη βία διαμορφώνει την ίδια τη βία», Νέα-βιβλιοδρόμιο 7-8/2/26 - βλ. και Ravena Guron, Αυτό το βιβλίο σκοτώνει, μτφ.Στεργία Καββάλου, Μίνωας 2025.
[29] Μολονότι και ο ΚΥΒΟΣ μπορεί υπό ορισμένες συνθήκες να κάνει ΚΥΒΙΣΤΗΣΗ και να έρθουν τα πάνω-κάτω.
*Δεν αναφέρω τα αντίστοιχα βιβλία των μελών της ΕΛΣΑΛ,για να μην παραλείψω κάποιον φίλο.