Ο Ρικάρντο Πίλια (1940 -2017) είναι ο Αργεντινός συγγραφέας που συνέχισε στο δρόμο του Μπόρχες, αλλάζοντας κατεύθυνση. Ο Μπόρχες απεχθάνονταν το hardboiled, o Πίλια το λάτρευε, όταν επρόκειτο για τον Chandler και τον Goodis. Συνδύασε τη λογοτεχνική κριτική και θεωρία με τη συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων και ημερολογίων. Αναδείχθηκε στον κορυφαίο δοκιμιογράφο του είδους στα τέλη του εικοστού αιώνα. Το τελευταίο του μυθιστόρημα είναι το El Camino de Ida (2013), αγγλικά The Way Out σε μετάφραση Robert Croll (2020). Σε αυτό επιστρέφει ο Εμίλιο Ρένσι το alter ego του, δημοσιογράφος, κριτικός και συγγραφέας. Το αστυνομικό μυθιστόρημα στα όρια του δοκιμίου και της πολιτικής φαντασίας με θέμα την τρομοκρατία και τον τεχνολογικό καπιταλισμό.

Στα μέσα, λοιπόν, της δεκαετίας του 1990, ο Εμίλιο Ρένσι αφήνει την Αργεντινή και πιάνει δουλειά σε έγκριτο πανεπιστήμιο του Νιού Τζέρσεϋ. Εκεί στην απομόνωση του χειμερινού εξαμήνου θα αναπτύξει ένα κρυφό δεσμό με την γοητευτική και αινιγματική  συνάδελφό του Άιντα Μπράουν ειδική στον Κόνραντ, η οποία σύντομα θα σκοτωθεί σε ένα τραγικό τροχαίο ατύχημα. Ο Ρένσι, όμως, θα ξεκινήσει μια δική του έρευνα για τα αίτια του θανάτου της, υποψιαζόμενος πως συνδέεται με τις δολοφονίες μιας σειράς επιστημόνων και ερευνητών.  Είναι η Άιντα θύμα ή συνεργός τρομοκρατών; Και ποια είναι η λογική της τρομοκρατίας, καθώς ο ιθύνων νους αποκαλύπτεται σταδιακά πως είναι ο συγγραφέας του βιβλίου Manifesto on technological capitalism; Η υπόθεση έχει κάτι από τον απόηχο της υπόθεσης του Unabomber. Αλλά κυρίως κολυμπάει στα βαθιά γύρω από τις αξίες του πολιτισμού και της κουλτούρας και τις σκοτεινές πλευρές που τις συνοδεύουν.

H αυτοβιογραφία (καθώς ο Πίλια ήταν για χρόνια καθηγητής στο Πρίνστον) συνδυάζεται με τη λογοτεχνική έρευνα και τις διαλέξεις γύρω από τον Κόνραντ και το έργο του, ειδικά τον Μυστικό πράκτορα σε μια αστυνομική υπόθεση με στόχο τη σύλληψη και τιμωρία του ενόχου πολλαπλών τρομοκρατικών επιθέσεων. Όπως συμβαίνει συχνά στα Ημερολόγια του Ρένσι, η πολιτική στράτευση δοκιμάζεται και μαζί της τα όρια της αφήγησης.

Το βιβλίο πάντως τελειώνει σαν μια ερωτική ιστορία: « Ήταν η Άιντα Μπράουν που με έδεσε σε αυτή την υπόθεση και γι’ αυτήν έγραψα το βιβλίο. Οι αναμνήσεις παραμένουν στερεωμένες, σαν τις εικόνες ταινίας. Εκείνη, ντυμένη με το γκρίζο παλτό της, ένα κίτρινο μαντήλι γύρω από το κεφάλι, να περιμένει να μπει στο ξενοδοχείο. Να στέκεται δίπλα στο κρεβάτι, να βγάζει τα σκουλαρίκια της και ν’ αρχίσει να γδύνεται. Είχε εκείνα τα λευκά σημαδάκια, σαν ένα λείο, χλομό τατουάζ σπαρμένο στο σώμα της. Σημάδια της γέννας, ίχνη του παρελθόντος, τα οποία την έκαναν ακόμα πιο όμορφη. «Είμαι διάστικτη», είπε χαμογελώντας. «Δεν το βλέπεις, πιτσουνάκι μου;» Και έγειρε για να μου δείξει το φασματικό σχέδιο στο σώμα της. «Η μητέρα μου δεν τα έχει, αλλά τα είχε η γιαγιά μου, που έλεγε ότι είχαμε ένα Εσκιμώο πρόγονο…Φαντάσου μια γυναίκα στην λευκότητα της Αρκτικής. Δεν λένε ποτέ το αληθινό μικρό τους όνομα, είναι μυστικό, το αποκαλύπτουν μόνο όταν αισθάνονται πως θα πεθάνουν».

Εκτύπωση